Άμεση δημοκρατία και πολιτικά κόμματα

120_book_Στην Ελλάδα ακούμε, δυστυχώς συχνά, θέσεις οι οποίες δύσκολα θα μπορούσαν να υποστηριχθούν με σοβαρά επιχειρήματα ενώ ταυτόχρονα φαίνεται να μην συνάδουν με την κοινή λογική. Μία από αυτές μας λέει πως οι θεσμοί της άμεσης δημοκρατίας, δηλαδή τα δημοψηφίσματα που καλούν ΜΟΝΟ οι πολίτες, είναι κατά βάση ολιγαρχικοί πολιτικοί μηχανισμοί οι οποίοι ισχυροποιούν τα κόμματα! Συχνά τα λόγια αυτά ακούγονται από “αριστερούς” χώρους και αυτό φαντάζει ακόμα περισσότερο παράλογο αν δεχτούμε ως ειλικρινείς τις θέσεις και την υποστήριξη της Αριστεράς σε αυτό που ονομάζουμε λαϊκή κυριαρχία. Δυστυχώς όμως δεν είναι μόνο ένα κομμάτι της αριστεράς το οποίο φαίνεται να μην υποστηρίζει τους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας. Βλέπουμε επίσης άτομα με δημόσια παρουσία οι οποίοι ενώ είναι λάβροι κατά του συνόλου του πολιτικού μας συστήματος και της ελάχιστης συμμετοχής που το τελευταίο “επιφυλάσσει” στους πολίτες, δεν αναφέρονται στους παραπάνω θεσμούς. Είναι απαραίτητο να προσπαθήσουμε όλοι εμείς, ως πολίτες, να ζητήσουμε από τους παραπάνω να πάρουν μια ξεκάθαρη θέση όσο αφορά την υποστήριξη τους ή όχι στους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας. Πρέπει επιτέλους να διαχωρίσουμε την ήρα από το στάρι. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει μια καλή αρχή του μαραθώνιου αγώνα μας υπέρ της δημοκρατίας. Να γνωρίσουμε δηλαδή ποιοι θα μπορούσαν να είναι πραγματικοί σύμμαχοι μας σε αυτή την τιτάνια προσπάθεια.

Ας δούμε τι συμπεραίνει μελετώντας το Ελβετικό πολιτικό σύστημα ο Kris W. Kobach στο βιβλίο Referendums around the World – The Growing Use of Direct Democracy (συλλογικό με επιμελητές τους David Butler και Austin Ranney). Ο Kris W. Kobach είναι διδάκτωρ φιλοσοφίας (Nuffield College, Oxford) και διδάσκει στην νομική σχολή του Yale.

“Η άμεση δημοκρατία έχει συνεισφέρει σε μεγάλο βαθμό στην σχετικά μικρή ισχύ των πολιτικών κομμάτων στην Ελβετία. Επιτρέποντας στους πολίτες να εκφράζουν τις ιδέες τους με έναν άμεσο τρόπο, κατέστησε περιττή μια κατά τα άλλα σημαντική λειτουργία ενός κόμματος, την συλλογή και διατύπωση (aggregation and articulation) πολιτικών επιλογών στο εκλογικό σώμα. Την ίδια στιγμή, η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία εξασθένισε τον έλεγχο των κομμάτων στην πολιτική ατζέντα σε εθνικό επίπεδο. Τα δημοψηφίσματα και οι νομοθετικές πρωτοβουλίες εξασθένισαν επιπλέον και με άμεσο τρόπο τα ελβετικά κόμματα υπονομεύοντας την ενότητα τους. Τα θέματα που τίθενται σε ψηφοφορία διαιρούν τα μέλη των κομμάτων με έναν διαφορετικό τρόπο για κάθε ζήτημα και παρέχουν στους ψηφοφόρους επαναλαμβανόμενες ευκαιρίες να διαφοροποιηθούν από τις επίσημες θέσεις του κόμματος που υποστηρίζουν. Στα περισσότερα δημοψηφίσματα σχηματίζονται συγκεκριμένου σκοπού συμμαχίες ομάδων ειδικών ενδιαφερόντων, κομμάτων, άλλων οργανισμών και δημοσίων προσώπων, οι οποίες συσπειρώνονται υπέρ ή κατά του εκάστοτε θέματος. Έτσι ο κάθε ψηφοφόρος δεν μπορεί να εμποδιστεί στο να επιλέξει και να εκφράσει τις προσωπικές του προτιμήσεις. Τα κόμματα δεν μπορούν να κάνουν τίποτα παραπάνω από το να υποστηρίξουν μία θέση και να ελπίσουν πως η δήλωση τους αυτή θα επηρεάσει αρκετούς ψηφοφόρους.  Πολύ συχνά οι ψηφοφόροι αδιαφορούν για την θέση αυτή. Στοιχεία ερευνών κατά την διάρκεια της περιόδου 1977 – 1980 έδειξαν ότι, κατά μέσο όρο, 51% των υποστηρικτών του Ελεύθερου Δημοκρατικού κόμματος (FDP) επέλεξαν συνειδητά να μην ακολουθήσουν τις συστάσεις του κόμματος τους, όπως ακριβώς έπραξαν το 55% των Χριστιανοδημοκρατών (CVP) και το 60% τωνΣοσιαλδημοκρατών (SP).  Επίσης, ένα 75% των υποστηρικτών του Λαϊκού Ελβετικού κόμματος (SVP) αγνόησαν τις υποδείξεις του κόμματος τους.

Η ασυμφωνία απόψεων εντός των κομμάτων σε επίπεδο βάσης συχνά αντικατοπτρίζεται σε διαιρέσεις στις υψηλόβαθμες ελίτ των κομμάτων. Οι ηγέτες των κοινοβουλευτικών φατριών σπάνια επιτυγχάνουν να κρατήσουν τους βουλευτές τους εντός την κομματικής γραμμής. Είναι απόλυτα φυσιολογικό τα μέλη του κοινοβουλίου που ανήκουν στο ίδιο κόμμα να υιοθετήσουν δημόσια αντίθετες θέσεις σχετικά με μία δημοψηφισματική εκστρατεία. Για παράδειγμα, το 1986, οι πρόεδροι των επιτροπών των αντίπαλων συνασπισμών, στην δημόσια συζήτηση σχετικά με την συμμετοχή της Ελβετίας στα Ηνωμένα Έθνη, ήταν και οι δύο μέλη του FDP (Free Democratic Party of Switzerland). Η ανοιχτή αυτή διαφωνία προτρέπει επιπλέον τους ψηφοφόρους να αγνοήσουν τις προτροπές των κομμάτων που υποστηρίζουν.

Όταν διεξάγεται ένα δημοψήφισμα, η υποστήριξη σε ένα κόμμα προσωρινά αναστέλλεται και οι δημόσιες επιλογές εξατομικεύονται. Σε αντίθεση με τις εκλογές, στις οποίες οι ψηφοφόροι καλούνται να επιλέξουν ένα πλήρες πρόγραμμα θέσεων για διάφορα θέματα, τα δημοψηφίσματα επιτρέπουν στους ψηφοφόρους να εκφράσουν τις προτιμήσεις τους για συγκεκριμένα ερωτήματα. Οι συνασπισμοί μεταξύ των κομμάτων δεν έχουν κάποιο νόημα όταν οι πολίτες εξετάζουν μια λίστα από συγκεκριμένα θέματα τα οποία είναι άσχετα με τις γενικές θέσεις των κομμάτων ή τα ονόματα των πολιτικών.

Παρόλα αυτά τα πολιτικά κόμματα στην Ελβετία απολαμβάνουν μια ακλόνητη υποστήριξη από τους ψηφοφόρους τους στις εκλογές. Ο αριθμός των βουλευτών που εκλέγονται στην ομοσπονδιακή βουλή από το κάθε κόμμα δεν μεταβάλλεται σημαντικά από εκλογές σε εκλογές. Ο συνδυασμός κομμάτων με μικρή ισχύ και η ισχυρή και σταθερή υποστήριξη των ψηφοφόρων σε αυτά δεν είναι απλά μια σύμπτωση. Το δημοψήφισμα επιτρέπει στους ψηφοφόρους να έχουν την δυνατότητα να διαφωνούν με κάποιες από τις θέσεις του κόμματος που υποστηρίζουν χωρίς να χρειαστεί να αποχωρήσουν από αυτό. Επειδή οι Ελβετοί ψηφοφόροι είναι συνηθισμένοι να διαφωνούν με το κόμμα που προτιμούν όσο αφορά κάποια συγκεκριμένα θέματα, η υποστήριξη τους σε αυτό στηρίζεται σε παράγοντες και θέσεις με μεγαλύτερη διάρκεια από ότι εφήμερες πολιτικές θέσεις. Οι παραδοσιακές πολιτικές θέσεις μιας οικογένειας και η γενικότερη εικόνα ενός κόμματος είναι ότι έχει μεγαλύτερη σημασία. Έτσι τα δημοψηφίσματα έχουν οδηγήσει σε χαλαρούς, όσο αφορά συγκεκριμένες αποφάσεις, αλλά περισσότερο ανθεκτικούς όσο αφορά την υποστήριξη δεσμούς μεταξύ των κομμάτων και των πολιτών.

Τα δημοψηφίσματα έχουν επηρεάσει επίσης της σχέσεις συμμαχίας εντός της ομοσπονδιακής ελβετικής βουλής. Δεν υπήρξαν ποτέ σταθερές συνεργασίες μεταξύ των κομμάτων. Αντίθετα, οι όποιες συνεργασίες εντός της ομοσπονδιακής βουλής είχαν την τάση να είναι ιδιαίτερα ασταθείς. Οι βουλευτές των κομμάτων της κυβέρνησης σπάνια παρέμεναν ενωμένοι όσο αφορά την θέση τους σε σημαντικά ζητήματα, κυρίως λόγω της “ενοχλητικής” επίδρασης των θεσμών της άμεσης δημοκρατίας. Αν ένας συνασπισμός κομμάτων έχει ελάχιστες πιθανότητες να παραμείνει ενωμένος μεταξύ διαδοχικών δημοψηφισμάτων, δεν υπάρχει λόγος να διατηρήσει την συμμαχία αυτή εντός της βουλής. Με το ίδιο ακριβώς  τρόπο που τα δημοψηφίσματα προτρέπουν τους ψηφοφόρους να επιλέξουν θέσεις που αντιτίθεται σε αυτές του κόμματος που υποστηρίζουν, παρέχουν επίσης στα κόμματα την δυνατότητα να διαφοροποιηθούν από τις συμμαχίες που έχουν συνάψει εντός της βουλής. Όταν οι ψηφοφόροι διαφοροποιούν τις θέσεις τους, η ισχύς των κομμάτων μοιραία ελαττώνεται. Όταν τα κόμματα λειτουργούν παρόμοια οι συνασπισμοί μεταξύ τους ομοίως εξασθενούν. Στην Ελβετία, οι πλειοψηφίες στο κοινοβούλιο αλλά και αυτές στην δημόσια σφαίρα τείνουν να είναι περισσότερο συγκλίνουσες (concurrent)  παρά να είναι συνεκτικές (cohesive).

Ωστόσο έχει εμφανισθεί ένα μοτίβο στις κοινοβουλευτικές και δημοψηφισματικές ψηφοφορίες: μικρά κόμματα τα οποία δεν ανήκουν στον κυβερνητικό συνασπισμό αντιτίθενται στις θέσεις της κυβέρνησης συχνότερα από ότι συμβαίνει σε άλλες χώρες με ευρείς κυβερνητικούς συνασπισμούς. Στις χώρες αυτές συνήθως παρατηρούμε αξιοσημείωτη συνεργασία μεταξύ των κομμάτων που συμμετέχουν στην κυβέρνηση και αυτών εκτός του κυβερνητικού συνασπισμού. Προσπάθειες εναντίωσης σε έναν μεγάλο συνασπισμό είναι μάταιες και έτσι τα μικρότερα κόμματα πετυχαίνουν περισσότερα μέσω της συνεργασίας. Αντίθετα, στην Ελβετία, το δημοψήφισμα αποτελεί ένα ισχυρό όπλο για τα μικρά κόμματα της αντιπολίτευσης. Η άρνηση ενός τετάρτου του κοινοβουλίου ισχυροποιείται σημαντικά όταν συνοδεύεται από την απειλή ενός δημοψηφίσματος. Η ισχύς αυτή ενθαρρύνει πολλά από τα κόμματα που δεν ανήκουν στον κυβερνητικό συνασπισμό να αναλάβουν έναν ισχυρό αντιπολιτευτικό ρόλο. Έτσι για παράδειγμα, το 1989, η πλειοψηφία των βουλευτών των μικρών κομμάτων ψήφισαν εναντίον των θέσεων της κυβέρνησης σε 11 από τις 13 προτάσεις, ή στο 85% των περιπτώσεων.

Τα τελευταία έτη, κατά τα άλλα ανταγωνιστικά μεταξύ τους μικρά κόμματα βρέθηκαν συχνά να συνεργάζονται εναντίον κυβερνητικών επιλογών μέσω δημοψηφισματικών εκστρατειών. Για παράδειγμα, το 1992, η εκστρατεία ενάντια στην συμμετοχή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα διεξήχθη από μία συμμαχία αντίθετων ιδεολογικά ομάδων. Τα μεγάλα κόμματα και όλες οι ισχυρές ομάδες ειδικών οικονομικών συμφερόντων είχαν ενωθεί υπέρ της συμμετοχής. Παραταγμένοι ενάντια σε αυτό το παντοδύναμο μπλοκ ήταν ένα ανόμοιο σύνολο από μικρά κόμματα και ομάδες συμφερόντων. Η Αριστερά ήταν εναντίον της συμμετοχής λόγω της εναντίωσης της στις πολιτικές που ακολουθούσε το ΔΝΤ στον τρίτο κόσμο ενώ οι Πράσινοι σημείωναν πως η πίεση του ΔΝΤ προς τις χώρες της Λατινικής Αμερικής προκειμένου να αποπληρωθούν τα δάνεια τους, οδηγούσε τις τελευταίες στην εκμετάλλευση και καταστροφή των τροπικών τους δασών. Σε συνασπισμό με τους παραπάνω ήταν οργανώσεις και κόμματα της ελβετικής δεξιάς που επεσήμαναν το υπερβολικό κόστος και γενικά εναντιώνονται σε οποιαδήποτε συμμετοχή της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς. Στις 17 Μάιου του 1992 οι ψηφοφόροι ενέκριναν την συμμετοχή της χώρας στο ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα. Αυτό έγινε με μία περιορισμένη πλειοψηφία 55,8% υπέρ της συμμετοχής. Ικανές να διεγείρουν την ροπή προς το όχι πολλών Ελβετών πολιτών, τέτοιες αντιπολιτευόμενες εκστρατείες θέτουν μια πανταχού παρούσα απειλή στις κυβερνητικές επιλογές.”

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s